Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 14-Σεπ-2018 18:59

    Οι διαπραγματεύσεις για την άμυνα και το Brexit

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Οι διαπραγματεύσεις για την άμυνα και το Brexit

    Της Sophia Besch

    Στον ενθουσιασμό για τις πολυάριθμες νέες αμυντικές πρωτοβουλίες της ΕΕ στη Γερμανία, είναι περιέργως απούσα μια συζήτηση για τις συνέπειες της αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ. Η στενή ευθυγράμμιση μεταξύ της μετά το Brexit Βρετανίας και της ΕΕ των 27 στον τομέα της άμυνας, αποδεικνύεται πιο δύσκολο από ό,τι ανέμεναν πολλοί.

    Αν και το Ηνωμένο Βασίλειο αρχικά έθεσε την αμυντική πολιτική της ΕΕ, η CSDP δεν ήταν προτεραιότητα των βρετανικών κυβερνήσεων για χρόνια. Τα άλλα κράτη-μέλη στο μεταξύ, συχνά υποστηρίζουν με χαρά την άμυνα της ΕΕ στα λόγια, ενώ μειώνουν τον αμυντικό τους προϋπολογισμό και εστιάζουν τις δαπάνες τους σε εθνικές προτεραιότητες.

    Η ειρωνεία των σημερινών συζητήσεων για την άμυνα είναι διπλή: πρώτον, η ΕΕ αρχίζει να βλέπει πιο σοβαρά το να υποστηρίξει την αμυντική συνεργασία, και ως εκ τούτου θα μπορούσε ενδεχομένως να δείξει περισσότερο ενδιαφέρον προς το Λονδίνο τη στιγμή που το Ηνωμένο Βασίλειο είναι στο δρόμο προς την έξοδο. Δεύτερον, η Βρετανία δεν αντέχει οικονομικά να χάσει το goodwill της ΕΕ σε άλλους τομείς διαπραγματεύσεων του Brexit για την άμυνα, και επομένως βρίσκεται στη θέση να δώσει τουλάχιστον μια σιωπηρή συγκατάθεση σε νέες πρωτοβουλίες, κάποιες εκ των οποίων θα είχε στο παρελθόν μπλοκάρει.

    Η ΕΕ επιδιώκει να βελτιώσει την ικανότητα των μελών της να αναπτύσσονται μαζί σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και να περιορίσει ταυτόχρονα τις αντιγραφές και τις απολύσεις στην ευρωπαϊκή αγορά άμυνας. Και οι δύο δραστηριότητες επηρεάζονται από το Brexit.

    Για να υποστηρίξει την αμυντική βιομηχανική συνεργασία, τον Ιούνιο του 2017, η Κομισιόν ξεκίνησε μια πρόταση για ένα νέο "ευρωπαϊκό αμυντικό ταμείο", για τη χρηματοδότηση της αμυντικής έρευνας και την ανάπτυξη νέων στρατιωτικών τεχνολογιών. Το ταμείο προσπαθεί να επιλύσει κάποια από τα χρόνια προβλήματα που αποδυναμώνουν την ευρωπαϊκή αμυντική τεχνολογική και βιομηχανική βάση.

    Η Κομισιόν θέλει να αντιμετωπίσει την υποχώρηση της ευρωπαϊκής ζήτησης, ενσωματώνοντας για πρώτη φορά τον αμυντικό προϋπολογισμό στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ. Μέσω του ταμείου η Κομισιόν σκοπεύει να ενθαρρύνει τα κράτη-μέλη να ξοδεύουν περισσότερα χρήματα και να τα ξοδεύουν πιο συνετά, με το να εργάζονται από κοινού. Ακόμη μένει να φανεί εάν το ταμείο θα επιβιώσει των διαπραγματεύσεων για τον προϋπολογισμό της ΕΕ και εάν τα χρήματα που θα παρασχεθούν, θα κάνουν στα αλήθεια τη διαφορά για τις ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες. Αλλά τα στελέχη και οι αμυντικές επιχειρήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, ανησυχούν ήδη.

    Η ΕΕ αναπτύσσει επί του παρόντος αυστηρούς κανονισμούς που θα μπορούσαν να καταστήσουν τη συμμετοχή τρίτης χώρας στα projects του ταμείου άμυνας, αρκετά δύσκολη. Αν και αυτοί οι περιορισμοί έχουν κυρίως στόχο αμυντικές εταιρείες με έδρα στις ΗΠΑ, θα ισχύσουν και για τη Βρετανία μόλις αποχωρήσει από την ΕΕ. Οι Βρυξέλλες θέλουν να χρησιμοποιήσουν το αμυντικό ταμείο για να δώσουν κίνητρα στους Ευρωπαίους να συνεργαστούν στην εξέλιξη της αμυντικής ικανότητας. Με το να αποκλείσει το Ηνωμένο Βασίλειο, η Κομισιόν υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να αποφασίσουν είτε να συμμετάσχουν στο σχήμα της ΕΕ είτε να συνεργαστούν με τις βρετανικές επιχειρήσεις.

    Αναφορικά με τις (στρατιωτικές) επιχειρήσεις, η ιστορία του Brexit είναι ελαφρώς διαφορετική. Το να εμπλακεί με τις επιχειρήσεις της ΕΕ έχει λιγότερη σημασία για τη Βρετανία εξαιτίας της επιχειρησιακής της αξίας παρά λόγω του ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει συμφέρον στο να επηρεάσει την στρατηγική πορεία της ΕΕ, τις περιφερειακές προτεραιότητες και το επίπεδο φιλοδοξίας. Το Ηνωμένο Βασίλειο επίσης θέλει να αποτρέψει να συμπίπτουν οι δραστηριότητες ΕΕ-ΝΑΤΟ.

    Προκειμένου να μπορέσει να είναι σε θέση να παραμείνει μέλος της ευρωπαϊκής συζήτησης για την άμυνα ωστόσο, η Βρετανία θα πρέπει να αποδείξει τη δέσμευσή της στις στρατιωτικές προσπάθειες της ΕΕ. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να διαπραγματευτεί μια συμφωνία για να παράσχει στρατό και assets στην ΕΕ –όπως η στρατηγική ικανότητα αερομεταφοράς της Βρετανίας, η οποία βοηθάει την ΕΕ να αναπτυχθεί πιο γρήγορα- σε αντάλλαγμα για τη στενή διαβούλευση και την ανταλλαγή πληροφοριών στα αρχικά στάδια επιχειρησιακού σχεδιασμού της ΕΕ.

    Η PESCO ή η μόνιμη δομημένη συνεργασία, είναι ένα νέο πλαίσιο πολιτικής της ΕΕ που στόχο έχει να βοηθήσει τις χώρες της ΕΕ να αναπτύξουν στρατιωτικές ικανότητες από κοινού και να βελτιώσουν την ικανότητά τους να το κάνουν. Η Βρετανία ανέχεται και υποστηρίζει μάλιστα την πρωτοβουλία PESCO, γνωρίζοντας ότι οι διατάξεις της δεν θα δεσμεύουν το Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Brexit.

    Εάν η PESCO γίνει πραγματικά ο νέος προτιμώμενος τύπος για τους Ευρωπαίους να διεξάγουν επιχειρήσεις και αποστολές μαζί (μια προοπτική που αυτή τη στιγμή είναι τουλάχιστον αμφισβητήσιμη), τα μέλη της στο μέλλον δεν αποκλείεται να αποφασίσουν να προσκαλέσουν τρίτες χώρες να συμμετάσχουν στις επιχειρήσεις και στα projects, εάν παρέχουν "σημαντική επιπρόσθετη αξία", αλλά μόνο με την προϋπόθεση να κατανοούν ότι δεν έχουν εξουσία στη λήψη αποφάσεων για τη διακυβέρνηση της PESCO.

    Αυτό ευθυγραμμίζεται με την περιοριστική στάση που λαμβάνει η ΕΕ προς όλες τις τρίτες χώρες όταν πρόκειται για τις επιχειρήσεις: οι τρίτες χώρες δεν συμμετέχουν στη διαμόρφωση της στρατηγικής κατεύθυνσης των επιχειρήσεων, μεταξύ άλλων μέσω της σύνταξης λεπτομερών σχεδίων για την επιχείρηση ή της συμμετοχής στις συναντήσεις

    Ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ανοιχτό να κάνει συνεχείς συνεισφορές στις επιχειρήσεις ή στις αποστολές της ΕΕ, θα θέλει η συμμετοχή του στον επιχειρησιακό σχεδιασμό να είναι "ανάλογη και κλιμακούμενη", που σημαίνει ότι όσο υψηλότερο το ρίσκο για τον στρατό και όσο μεγαλύτερη η συμβολή του Ηνωμένου Βασιλείου, τόσο περισσότερη επιρροή θέλει να έχει το Λονδίνο στη λήψη αποφάσεων.

    Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι σίγουρη ωστόσο ότι θα είναι σε θέση να αναπτύξει τις δυνάμεις της μαζί με τους Ευρωπαίους εταίρους της σε περίπτωση που παρουσιαστεί μια κρίση, είτε μέσω του ΝΑΤΟ είτε μέσω μιας ευέλικτης "συμμαχίας προθύμων" ή μέσω ενός μιας νέας μορφής. Η Γαλλία προσφάτως πρότεινε μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία παρέμβασης, η οποία θα δώσει τη δυνατότητα στα ευρωπαϊκά κράτη να αναπτύξουν μια από κοινού κατανόηση των κρίσεων και μια κοινή στρατηγική και στρατιωτική κουλτούρα. Το Παρίσι έχει καταστήσει σαφές ότι σκοπεύει να λανσάρει μια πρωτοβουλία εκτός των θεσμικών δομών της ΕΕ, εν μέρει για να αυξήσει την επιχειρησιακή ευελιξία και ικανότητα και εν μέρει ως ένα μέσο συμμετοχής του Ηνωμένου Βασιλείου στις ευρωπαϊκές στρατιωτικές επιχειρήσεις μετά το Brexit.

    Στον τομέα των επιχειρήσεων λοιπόν, είναι η ΕΕ που βγαίνει χαμένη από την έλλειψη μιας συμφωνίας μετά το Brexit –εάν στην περίπτωση μιας κρίσης δεν υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο για τα κράτη-μέλη της ΕΕ να συνεργαστούν με το Ηνωμένο Βασίλειο, οι χώρες θα βρουν άλλες μορφές για να παραταχθούν από κοινού, υπονομεύοντας ως εκ τούτου τα σχέδια της ΕΕ.

    Το κομμάτι της άμυνας στις διαπραγματεύσεις για το Brexit, θα πρέπει να είναι ένα ξεκάθαρα θετικό παιχνίδι αθροιστικά, όπου και οι δύο πλευρές ωφελούνται από τη στενή συνεργασία. Η Βρετανία είναι μία από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες με αξιόπιστη αμυντική θέση και η ΕΕ ωφελείται από το να την κρατά κοντά της. Ομοίως, ακόμη και μετά το Brexit η Βρετανία θα παραμείνει μια ευρωπαϊκή φιλελεύθερη δημοκρατία, με σχεδόν ταυτόσημα συμφέροντα στην ασφάλεια με τα υπόλοιπα μέλη της ΕΕ –θα πρέπει να προσπαθήσει να διατηρήσει όσο το δυνατό περισσότερους δεσμούς με τους 27.

    Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στο Atlantic Community

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://www.cer.eu/in-the-press/brexit-and-defence-negotiations

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων